ΕΛ/ΛΑΚ | creativecommons.gr |
freedom

Τεχνητή Νοημοσύνη και πολιτισμός: εργαλείο δημιουργίας ή μηχανή πολιτιστικής φτώχειας;

Η νέα συνθήκη για τις τέχνες και τους δημιουργούς

Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη τεχνολογική καινοτομία που προστίθεται στα εργαλεία της εποχής μας. Εισέρχεται στον πυρήνα της πολιτιστικής ζωής, επειδή επηρεάζει ταυτόχρονα τον τρόπο με τον οποίο δημιουργούνται τα έργα, τον τρόπο με τον οποίο διακινούνται και τον τρόπο με τον οποίο τα συναντά το κοινό. Γι’ αυτό και η συζήτηση για τη σχέση της με τις τέχνες δεν μπορεί να εξαντλείται σε εντυπώσεις, ούτε σε εύκολες διακηρύξεις υπέρ ή κατά. Το πραγματικό διακύβευμα είναι αν η Τεχνητή Νοημοσύνη θα ενισχύσει τη δημιουργική ελευθερία και την πολιτιστική πολυμορφία ή αν θα επιταχύνει μια μετάβαση προς έναν πολιτισμό πιο ομοιόμορφο, πιο φθηνό και τελικά πιο ρηχό.

Από τη μία πλευρά, οι δυνατότητες είναι πραγματικές. Ένας δημιουργός με περιορισμένα μέσα μπορεί σήμερα να επεξεργαστεί ιδέες, να δοκιμάσει εικαστικές και ηχητικές εκδοχές, να οργανώσει έρευνα, να υποτιτλίσει, να μεταφράσει, να τεκμηριώσει και να παρουσιάσει το έργο του με τρόπους που μέχρι πριν από λίγα χρόνια απαιτούσαν ολόκληρη ομάδα και σημαντικό προϋπολογισμό. Για ανεξάρτητους κινηματογραφιστές, μουσικούς, συγγραφείς, ερευνητές της πολιτιστικής κληρονομιάς και μικρούς πολιτιστικούς οργανισμούς, η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός μείωσης κόστους και ως πεδίο πειραματισμού. Μπορεί να δώσει πρόσβαση σε τεχνικές δυνατότητες που παλαιότερα ήταν προνόμιο μεγάλων παραγωγικών σχημάτων. Μπορεί ακόμη να βελτιώσει την προσβασιμότητα στον πολιτισμό, με εργαλεία περιγραφής εικόνας, μεταγραφής, μετάφρασης και απλούστευσης περιεχομένου για διαφορετικά κοινά.

Αυτή όμως είναι μόνο η μία όψη. Η άλλη είναι ότι η ίδια τεχνολογία μπορεί να συμπιέσει την αξία της ανθρώπινης δημιουργικής εργασίας, να υποβαθμίσει την καλλιτεχνική ιδιαιτερότητα και να μετατρέψει τον πολιτισμό σε αδιάκοπη ροή περιεχομένου, προσαρμοσμένου στις εμπορικές ανάγκες των πλατφορμών. Όσο ευκολότερη γίνεται η παραγωγή εικόνων, ήχων και κειμένων, τόσο αυξάνεται ο πειρασμός να αντικατασταθεί η επίπονη δημιουργική διαδικασία από γρήγορες, προβλέψιμες και φθηνές λύσεις. Εκεί ακριβώς ανακύπτει ο κίνδυνος: να μη χρησιμοποιηθεί η Τεχνητή Νοημοσύνη για να ανοίξει νέους δρόμους στην τέχνη, αλλά για να γεμίσει ο δημόσιος χώρος με άπειρες παραλλαγές του ήδη γνωστού.

Η τέχνη δεν είναι μόνο αποτέλεσμα, είναι και βίωμα

Το βασικό όριο της Τεχνητής Νοημοσύνης απέναντι στην τέχνη δεν είναι ότι αδυνατεί να συνδυάσει μορφές. Το κάνει ήδη με εντυπωσιακή ευχέρεια. Το όριό της είναι ότι δεν ζει. Δεν διαθέτει εμπειρία του κόσμου, σώμα, μνήμη, έκθεση στο τυχαίο, ευθύνη για τα λεγόμενα και τα δημιουργήματά της, ούτε συμμετοχή σε μια ιστορική και κοινωνική διαδρομή. Ένα έργο τέχνης δεν αντλεί τη σημασία του μόνο από τη μορφή του, αλλά και από τη θέση του δημιουργού μέσα στον κόσμο. Από το τι έχει διακινδυνεύσει, τι έχει υποστεί, τι έχει σκεφτεί, τι έχει τολμήσει να πει και σε ποιον απευθύνεται.

Η τέχνη προκύπτει συχνά από την αμφιβολία, το λάθος, την αναθεώρηση, την αποτυχία, ακόμη και από τη σιωπή. Αυτά δεν είναι τεχνικές ατέλειες που πρέπει να εξαλειφθούν. Είναι στοιχεία της ίδιας της δημιουργικής πράξης. Η μηχανή, αντίθετα, τείνει να λειαίνει τις αιχμές. Αναγνωρίζει πρότυπα, ανασυνθέτει υφολογικά σχήματα, προτείνει το πιθανότερο επόμενο βήμα. Έτσι, είναι πολύ καλή στο να παράγει εύληπτο και πειστικό υλικό, αλλά όχι κατ’ ανάγκην έργο με εσωτερική αναγκαιότητα. Μπορεί να μιμηθεί ύφη, αλλά δυσκολεύεται να γεννήσει εκείνη τη βαθιά απόκλιση από τα καθιερωμένα που κάνει ένα έργο πραγματικά ζωντανό.

Γι’ αυτό και η μεγάλη πολιτιστική απειλή δεν είναι ότι οι μηχανές θα παράγουν «τέχνη» καλύτερη από τους ανθρώπους. Είναι ότι θα πλημμυρίσουν τον χώρο με τόσο πολύ συνθετικό υλικό, ώστε να δυσκολεύει όλο και περισσότερο η διάκριση του ουσιώδους από το αδιάφορο. Η υπερπαραγωγή δεν σημαίνει πολιτιστικό πλούτο. Μπορεί να σημαίνει και πολιτιστική εξάντληση. Σε ένα περιβάλλον όπου τα πάντα παράγονται εύκολα, ο κόπος, η επιμονή, η προσωπική φωνή και η αργή ωρίμανση ενός έργου κινδυνεύουν να φανούν σχεδόν αντιοικονομικά.

Οι δημιουργικές βιομηχανίες σε καθεστώς πίεσης

Οι επιπτώσεις δεν είναι μόνο αισθητικές. Είναι και υλικές. Οι καλλιτέχνες, οι συγγραφείς, οι μεταφραστές, οι εικονογράφοι, οι μουσικοί, οι σεναριογράφοι και οι εργαζόμενοι στον οπτικοακουστικό τομέα βλέπουν ήδη ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν επηρεάζει απλώς τα εργαλεία τους, αλλά και τους όρους της εργασίας τους. Αν το εμπορικό ζητούμενο είναι η γρήγορη παραγωγή περιεχομένου χαμηλού κόστους, τότε η πίεση μεταφέρεται αμέσως στις αμοιβές, στα δικαιώματα και στην επαγγελματική αναγνώριση των δημιουργών.

Ιδίως εδώ, η συζήτηση δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από το ζήτημα των δεδομένων εκπαίδευσης. Πολλά συστήματα έχουν αναπτυχθεί αξιοποιώντας τεράστιους όγκους έργων, κειμένων, εικόνων, ηχογραφήσεων και άλλων πολιτιστικών υλικών, χωρίς σαφές πλαίσιο συναίνεσης, αμοιβής και λογοδοσίας. Όταν το έργο χιλιάδων δημιουργών χρησιμοποιείται για την εκπαίδευση μοντέλων που στη συνέχεια ανταγωνίζονται τους ίδιους, δεν πρόκειται για ουδέτερη τεχνική διαδικασία. Πρόκειται για αναδιανομή αξίας εις βάρος εκείνων που παράγουν τον πολιτισμό.

Η ευρωπαϊκή συζήτηση έχει αρχίσει να γίνεται σαφέστερη στο σημείο αυτό. Το αίτημα δεν είναι να σταματήσει η καινοτομία, αλλά να τεθούν όροι στοιχειώδους δικαιοσύνης. Διαφάνεια για το τι χρησιμοποιείται στην εκπαίδευση των μοντέλων, δυνατότητα ελέγχου και εξαίρεσης, δίκαιη αμοιβή, σαφής αναγνώριση της προέλευσης του υλικού και προστασία απέναντι στις παραποιήσεις και στα συνθετικά ψευδοτεκμήρια. Χωρίς αυτές τις εγγυήσεις, ο πολιτιστικός τομέας δεν ενισχύεται από την Τεχνητή Νοημοσύνη αλλά αποψιλώνεται.

Πολιτισμός χωρίς κοινότητα δεν υπάρχει

Υπάρχει όμως και μια ακόμη διάσταση, ίσως η πιο βαθιά. Ο πολιτισμός δεν είναι μόνο αυτό που παράγεται. Είναι και αυτό που μοιραζόμαστε. Ένα μυθιστόρημα, μια ταινία, ένα τραγούδι, μια έκθεση ή μια θεατρική παράσταση γίνονται πολιτιστικά γεγονότα επειδή δημιουργούν πεδίο κοινής αναφοράς. Μας επιτρέπουν να συναντηθούμε, να διαφωνήσουμε, να συγκινηθούμε, να συγκρίνουμε εμπειρίες, να αναγνωρίσουμε ότι κατοικούμε, έστω προσωρινά, έναν κοινό κόσμο.

Η Τεχνητή Νοημοσύνη, όμως, τείνει να ωθεί τα πολιτιστικά αγαθά προς ακραία εξατομίκευση. Το περιεχόμενο μπορεί να συντίθεται επί τόπου, για τον κάθε χρήστη ξεχωριστά, ανάλογα με τις προτιμήσεις, τα ίχνη συμπεριφοράς και το συναισθηματικό του προφίλ. Αυτό ίσως φαίνεται ελκυστικό ως υπηρεσία, αλλά είναι προβληματικό ως πολιτισμική συνθήκη. Όταν καθένας λαμβάνει τη δική του προσαρμοσμένη εκδοχή του πολιτισμού, αποδυναμώνεται η ίδια η έννοια της συλλογικής εμπειρίας. Ο πολιτισμός παύει να είναι κοινός τόπος και μετατρέπεται σε ιδιωτική κατανάλωση.

Εδώ βρίσκεται και η σημασία της πολιτιστικής πολιτικής. Δεν αρκεί να απολαμβάνουμε τις δυνατότητες της τεχνολογίας. Χρειάζεται να αποφασίσουμε ποιες μορφές πολιτιστικής ζωής θέλουμε να προστατεύσουμε. Αν αποδεχθούμε άκριτα ένα μοντέλο όπου λίγες μεγάλες πλατφόρμες ελέγχουν τόσο τα εργαλεία παραγωγής όσο και τα κανάλια διάδοσης, τότε δεν κινδυνεύει μόνο η εργασία των δημιουργών. Κινδυνεύει και η πολιτιστική αυτονομία των κοινωνιών.

Τι σημαίνει μια ώριμη και δημοκρατική προσέγγιση

Μια ώριμη στάση απέναντι στην Τεχνητή Νοημοσύνη στις τέχνες δεν είναι ούτε ο άκριτος ενθουσιασμός ούτε η ισοπεδωτική απόρριψη. Είναι η συνειδητή χάραξη ορίων και προτεραιοτήτων. Χρειαζόμαστε κανόνες που να υπερασπίζονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, τη διαφάνεια, την ανθρώπινη εποπτεία και την πολιτιστική πολυμορφία. Χρειαζόμαστε σαφές πλαίσιο για τα πνευματικά δικαιώματα, για τη σήμανση του συνθετικού περιεχομένου και για την προστασία από παραπλανητικά ή δυσφημιστικά κατασκευάσματα. Χρειαζόμαστε επίσης δημόσιες και κοινωφελείς ψηφιακές υποδομές, ώστε η χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης στον πολιτισμό να μη μείνει αποκλειστικά στα χέρια εμπορικών κολοσσών.

Το κεντρικό ερώτημα, τελικά, δεν είναι αν η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να γράψει, να συνθέσει ή να ζωγραφίσει. Το ερώτημα είναι αν εμείς είμαστε διατεθειμένοι να υπερασπιστούμε έναν πολιτισμό που αναγνωρίζει τη σημασία της ανθρώπινης εμπειρίας, της κοινότητας, της μνήμης και της δημιουργικής ευθύνης. Η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να γίνει πολύτιμος βοηθός, ανοιχτό εργαστήριο πειραματισμού και μέσο διεύρυνσης της συμμετοχής στον πολιτισμό. Μπορεί όμως να γίνει και μηχανισμός υποκατάστασης, μαζικής ομοιομορφίας και πολιτιστικής φτώχειας.

Η έκβαση δεν είναι προδιαγεγραμμένη. Θα εξαρτηθεί από τους θεσμούς, από τους κανόνες, από τις κοινωνικές διεκδικήσεις, αλλά και από το αν θα συνεχίσουμε να θεωρούμε την τέχνη κάτι περισσότερο από «περιεχόμενο». Αν το ξεχάσουμε αυτό, τότε η ζημιά δεν θα αφορά μόνο τους καλλιτέχνες. Θα αφορά τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία φαντάζεται τον εαυτό της.

Πηγές άρθρου:

UNESCO, Recommendation on the Ethics of Artificial Intelligence. Το πρώτο παγκόσμιο κανονιστικό πλαίσιο για τη δεοντολογία της Τεχνητής Νοημοσύνης. Δίνει έμφαση στα ανθρώπινα δικαιώματα, την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και την ανθρώπινη εποπτεία, στοιχεία κρίσιμα και για τον πολιτιστικό τομέα. (unesco.org),

UNESCO, Artificial Intelligence and Culture. Έκθεση ειδικών που εξετάζει πώς η Τεχνητή Νοημοσύνη επηρεάζει τις δημιουργικές βιομηχανίες, την πολιτιστική κληρονομιά, την πολιτιστική διακυβέρνηση και την ανάγκη διαμόρφωσης συγκεκριμένων δημόσιων πολιτικών. (unesco.org),

The Guardian, UK arts must not be sacrificed for speculative AI gains, peers say. Καταγράφει τη σύγχρονη ευρωπαϊκή ανησυχία ότι η ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης δεν πρέπει να γίνεται εις βάρος των δημιουργών, χωρίς άδεια, χωρίς αμοιβή και χωρίς διαφάνεια ως προς τα δεδομένα εκπαίδευσης. (The Guardian).

Leave a Comment