Η πρόσβαση στην πολιτιστική κληρονομιά αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της δημόσιας γνώσης και της ιστορικής μνήμης. Παρ’ όλα αυτά, εκατομμύρια βιβλία, αρχεία, εφημερίδες, μουσικά και οπτικοακουστικά έργα παραμένουν πρακτικά αόρατα στο κοινό, παρότι φυλάσσονται σε βιβλιοθήκες, αρχεία και μουσεία σε όλη την Ευρώπη. Πρόκειται για τα λεγόμενα «έργα εκτός εμπορίου» (Out-of-Commerce Works – OOCWs): έργα που εξακολουθούν να προστατεύονται από πνευματικά δικαιώματα, αλλά δεν είναι πλέον εμπορικά διαθέσιμα.
Η Οδηγία DSM της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2019/790), και ειδικότερα το Άρθρο 8, επιχείρησε να δώσει λύση σε αυτό το πρόβλημα, επιτρέποντας στα ιδρύματα πολιτιστικής κληρονομιάς να διαθέτουν ψηφιακά τέτοια έργα για μη εμπορικούς σκοπούς. Ωστόσο, η εφαρμογή του πλαισίου παραμένει εξαιρετικά δύσκολη στην πράξη.

Το πρόβλημα του «μαύρου κενού» του 20ού αιώνα
Η Ευρώπη διαθέτει τεράστιες συλλογές έργων του 20ού αιώνα που δεν κυκλοφορούν πλέον εμπορικά, αλλά εξακολουθούν να προστατεύονται από πνευματικά δικαιώματα. Αυτό δημιουργεί ένα «μαύρο κενό» στην ψηφιακή πρόσβαση στην πολιτιστική κληρονομιά: ενώ παλαιότερα έργα έχουν περάσει στο κοινό κτήμα και σύγχρονα έργα διατίθενται εμπορικά, μεγάλο μέρος της πολιτιστικής παραγωγής του 20ού αιώνα παραμένει εγκλωβισμένο σε νομική αβεβαιότητα. Το Άρθρο 8 εισήγαγε ένα σύστημα συλλογικής αδειοδότησης, μέσω του οποίου οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης (CMOs) μπορούν να παραχωρούν άδειες χρήσης ακόμη και για δικαιούχους που δεν εκπροσωπούν άμεσα. Αν δεν υπάρχει επαρκώς «αντιπροσωπευτικός» οργανισμός, τότε τα ιδρύματα μπορούν να βασιστούν σε εξαίρεση από τα πνευματικά δικαιώματα. Ωστόσο, η διαδικασία αυτή αποδείχθηκε πολύ πιο περίπλοκη από ό,τι αναμενόταν.
Χρονοβόρες και δαπανηρές διαπραγματεύσεις
Ένα από τα βασικότερα προβλήματα που αναδεικνύει η έκθεση του Communia Association είναι η δυσκολία των διαπραγματεύσεων μεταξύ πολιτιστικών ιδρυμάτων και οργανισμών συλλογικής διαχείρισης.
Στη Γερμανία, για παράδειγμα, οι διαπραγματεύσεις μεταξύ της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, των κρατιδίων και δύο οργανισμών συλλογικής διαχείρισης χρειάστηκαν τέσσερα χρόνια για να ολοκληρωθούν. Στην Ολλανδία, συμφωνίες για μουσικά και οπτικοακουστικά έργα χρειάστηκαν περίπου δύο χρόνια, ενώ για περιοδικά οι διαπραγματεύσεις διήρκεσαν τρία χρόνια.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο έντονο αν αναλογιστεί κανείς ότι τα έργα αυτά έχουν συνήθως ελάχιστη ή μηδενική εμπορική αξία. Παρ’ όλα αυτά, τα ιδρύματα αναγκάζονται να διαθέτουν σημαντικούς οικονομικούς και ανθρώπινους πόρους για νομικές συμβουλές, διαπραγματεύσεις και διοικητικές διαδικασίες. Για πολλά μικρότερα ιδρύματα, αυτή η διαδικασία είναι πρακτικά αδύνατη.
Όταν οι οργανισμοί αρνούνται να χορηγήσουν άδειες
Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης αρνήθηκαν πλήρως να συμμετάσχουν στη διαδικασία αδειοδότησης.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα πανεπιστημιακής βιβλιοθήκης στη Σουηδία, η οποία επιχείρησε να εξασφαλίσει άδεια για ψηφιοποίηση έργων εκτός εμπορίου. Ο αρμόδιος οργανισμός αρχικά δήλωσε ότι δεν μπορούσε να συνάψει τέτοιες συμφωνίες και αργότερα ξεκαθάρισε ότι δεν σκοπεύει να προσφέρει τέτοιες άδειες στο μέλλον. Ούτε η σουηδική υπηρεσία πνευματικής ιδιοκτησίας ούτε η αρχή ανταγωνισμού κατάφεραν να προσφέρουν λύση.
Αυτό αποκαλύπτει ένα θεμελιώδες πρόβλημα του συστήματος: οι οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης συχνά δεν έχουν επαρκές οικονομικό κίνητρο για να εμπλακούν σε πολύπλοκες διαπραγματεύσεις για έργα χαμηλής εμπορικής αξίας.
Υψηλά κόστη και νέες προκλήσεις με την τεχνητή νοημοσύνη
Ακόμη και όταν επιτυγχάνονται συμφωνίες, οι όροι συχνά είναι δυσμενείς για τα πολιτιστικά ιδρύματα. Στη Γερμανία, οι χρεώσεις μπορούν να φτάσουν έως και τα 50 ευρώ ανά βιβλίο για έργα της δεκαετίας του 1980 και 12,50 ευρώ ακόμη και για έργα άνω των 70 ετών.
Για έργα που αριθμούν δεκάδες ή εκατοντάδες χιλιάδες τεκμήρια, τέτοια κόστη καθιστούν τα προγράμματα μαζικής ψηφιοποίησης οικονομικά μη βιώσιμα.
Ταυτόχρονα, η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης έχει δημιουργήσει νέες νομικές αβεβαιότητες. Ορισμένες συμφωνίες απαιτούν από τα ιδρύματα να αποκλείουν τα έργα από διαδικασίες εξόρυξης δεδομένων (text and data mining), χωρίς να είναι σαφές πώς μπορεί να εφαρμοστεί τεχνικά ή νομικά αυτή η εξαίρεση.
Νομική αβεβαιότητα και πολυπλοκότητα
Ένα ακόμη σοβαρό εμπόδιο αφορά την έννοια της «αντιπροσωπευτικότητας» των οργανισμών συλλογικής διαχείρισης. Σε πολλές χώρες δεν υπάρχουν σαφή κριτήρια για το πότε ένας οργανισμός θεωρείται επαρκώς αντιπροσωπευτικός ώστε να απαιτείται άδεια από αυτόν. Η κατάσταση περιπλέκεται περαιτέρω από τη φύση πολλών έργων. Ένα βιβλίο μπορεί να περιλαμβάνει τόσο κείμενο όσο και εικόνες, γεγονός που ενδέχεται να απαιτεί διαπραγματεύσεις με πολλούς διαφορετικούς οργανισμούς. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οργανισμοί απείλησαν ακόμη και με νομικές ενέργειες αφού είχε ήδη συναφθεί συμφωνία με άλλον φορέα. Στην Ιταλία, η αβεβαιότητα αυτή έχει οδηγήσει ουσιαστικά σε αδράνεια, με πολιτιστικά ιδρύματα να εγκαταλείπουν έργα ψηφιοποίησης λόγω της διοικητικής και νομικής πολυπλοκότητας.
Η εξαίρεση ως εναλλακτική λύση
Σε ορισμένες χώρες, όπου δεν υπάρχουν αντιπροσωπευτικοί οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης, τα ιδρύματα βασίζονται στην εξαίρεση που προβλέπει η Οδηγία.
Ένα θετικό παράδειγμα προέρχεται από τη Σλοβενία, όπου η Εθνική και Πανεπιστημιακή Βιβλιοθήκη έχει ξεκινήσει προγράμματα ψηφιοποίησης έργων εκτός εμπορίου μέσω αυτής της εξαίρεσης. Το ίδρυμα εφαρμόζει αυστηρές διαδικασίες επαλήθευσης για κάθε έργο, αποδεικνύοντας ότι τα πολιτιστικά ιδρύματα μπορούν να λειτουργούν υπεύθυνα ακόμη και χωρίς περίπλοκες αδειοδοτήσεις.
Προτάσεις για μεταρρύθμιση
Η έκθεση της COMMUNIA προτείνει δύο βασικές μεταρρυθμίσεις:
- Η εξαίρεση θα πρέπει να εφαρμόζεται όχι μόνο όταν δεν υπάρχει αντιπροσωπευτικός οργανισμός, αλλά και όταν οι διαθέσιμες άδειες δεν είναι πρακτικά προσβάσιμες ή κατάλληλες για τις ανάγκες των πολιτιστικών ιδρυμάτων.
- Η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να θεσπίσει σαφέστερα και εναρμονισμένα κριτήρια για την αντιπροσωπευτικότητα των οργανισμών συλλογικής διαχείρισης, ώστε να μειωθεί η νομική αβεβαιότητα και να διευκολυνθεί η ψηφιοποίηση της πολιτιστικής κληρονομιάς.
Η ψηφιοποίηση των έργων εκτός εμπορίου δεν αποτελεί μόνο τεχνικό ή νομικό ζήτημα. Είναι πρωτίστως ζήτημα δημόσιας πρόσβασης στη γνώση, την ιστορία και τον πολιτισμό. Παρά τις καλές προθέσεις της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, η εμπειρία των πολιτιστικών ιδρυμάτων δείχνει ότι το υφιστάμενο πλαίσιο εξακολουθεί να δημιουργεί σημαντικά εμπόδια.
Διαβάστε την πλήρη έκθεση εδώ
Πηγή άρθρου: https://communia-association.org/
